10/8/16

Αντίοχος Γ', ο Μέγας στρατηλάτης των ελληνιστικών χρόνων



Τα ελληνιστικά χρόνια αποτελούν ίσως την πιο ενδιαφέρουσα και πιο γοητευτική περίοδο από άποψη σημαντικών και ραγδαίων εξελίξεων, αποτέλεσμα διεξαγωγής αδιάλειπτων μαχών, ακατάπαυστης δράσεως και αδιάπτωτης εντάσεως, πολεμικών συγκρούσεων και καθοριστικών αναμετρήσεων σε έναν ατελείωτο γεμάτο αίμα αγώνα των Επιγόνων για την ανασύσταση, μέσω της εδραιώσεως των επιμέρους βασιλειών, της κοσμοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με τον Wilckem,η αστείρευτη ενεργητικότητα και ακατάβλητη μαχητικότητα των Διαδόχων και Επιγόνων τους κατατάσσει ανάμεσα στις κορυφαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας. Ωστόσο, τα ελληνιστικά χρόνια και τα επιτεύγματα όλων των μεγάλων αυτών ανδρών δεν είναι ευρέως γνωστά, καθώς έχουν επισκιασθεί από τη λάμψη της προηγηθείσης κλασσικής εποχής αλλά και της μεταγενέστερης δυναμικής ρωμαϊκής κυριαρχίας. Στην δημόσια εκπαίδευση βεβαίως δε γίνεται ούτε καν λόγος για την περίοδο αυτή της αδιαμφισβήτητης ελληνικής ισχύος, ενώ είναι κατάδηλο ότι απαξιώνεται συλλήβδην η Ελληνική Ιστορία από το μισελληνικό πολιτικό κατεστημένο.

Από τις εμβληματικότερες μορφές, λοιπόν, των Ελλήνων ηγεμόνων ήταν ο Αντίοχος ο Γ’, ο οποίος επωνομάσθη «Μέγας». Υιός του Καλλίνικου (Σελεύκου του Β’) και της Λαοδίκης, εγεννήθη το 241 π.Χ και κατέστη αυτοκράτορας της αυτοκρατορίας της δυναστείας των Σελευκιδών το 223 π.Χ, μετά την αναπάντεχη δολοφονία του αδερφού του, Σελεύκου Γ’ Κεραυνού.

Μετά από την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια καταστολής εξεγέρσεων στη Μηδία και Περσίδα, ο Αντίοχος άρχισε να αναδιοργανώνει το στράτευμα με σκοπό μια δυναμική εκστρατεία με επικεφαλής τον ίδιο. Αρχικώς όμως έπρεπε να διασφαλίσει την επικυριαρχία του στην ευαίσθητη περιοχή της Κοίλης Συρίας από τις απειλητικές διαθέσεις του πτολεμαϊκού βασιλείου και να καλύψει τα νώτα του σε μια προσπάθεια ανακαταλήψεως των απολεσθεισών ανατολικών επαρχιών. Έτσι τα στρατεύματα των Σελευκιδών εισέβαλαν το 219 π.Χ στην Κοίλη Συρία, την προέλαση των οποίων όμως ανέκοψαν οι συνασπισμένες δυνάμεις πτολεμαίων και Αιτωλών στο Λίβανο, στη κοιλάδα του ποταμού Μαρσύα.

Η σύρραξη (221 π.Χ – 217 π.Χ) είναι γνωστή ως Δ’ Συριακός πόλεμος, μια προσπάθεια του Αντιόχου Γ’ να αποκαταστήσει το εύρος και την αίγλη της σελεύκειας αυτοκρατορίας, στο επίπεδο που έφθασε ο Σέλευκος Α’ ο Νικάτωρ. Αν και σημείωσε εντυπωσιακές νίκες ανακαταλαμβάνοντας όλες τις πόλεις της Κοίλης Συρίας, η τελική αναμέτρηση του πολέμου ήταν η ναυμαχία της Ραφίας (217 π.Χ.). Ο Πτολεμαίος Δ’ ο Φιλοπάτωρ, ηγεμόνας του ελληνιστικού βασιλείου των Λαγιδών (ή Πτολεμαίων) με 50.000 άνδρες νίκησε τον Αντίοχο Γ’. Η μετέπειτα πορεία του Αντιόχου στην Ασία, γνωστή ως «Αντιόχου Ανάβασις» καταμαρτυρεί τις ασύγκριτες ικανότητές του μεγάλου στρατηγού, εφάμιλλες με αυτές του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η πορεία προς Ανατολάς θα του προσέδιδε το προσωνύμιο «Μέγας».

Οι βλέψεις του πλέον επικεντρώνονται στην οριστική υποταγή της Παρθίας και Βακτρίας. Το 210 π.Χ εισβάλλει στην Παρθία, καταστρέφει καίριες οχυρές θέσεις και αναγκάζει τους Πάρθους να αναγνωρίσουν την ηγεμονία του. Εγκαθιστά φρουρούς και επιβάλλει ετήσιο φόρο υποταγής. Ο επόμενος στόχος ήταν η Βακτρία η οποία είχε ανεξαρτητοποιηθεί από το 250 π.Χ. Ο ηγέτης της Βακτρίας Ευθύδημος πράττει το μοιραίο λάθος να αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης τον πανίσχυρο στρατό του Αντιόχου, αποτελούμενο από 45.000 επίλεκτους μαχητές. Στις όχθες του Αρείου ποταμού, ο μέγας στρατηλάτης συντρίβει τα βακτριανά στρατεύματα του Ευθυδήμου, τα οποία και υποχωρούν εντός της πόλεως των Βάκτρων. Οι πολιορκημένοι διαθέτοντας τεράστια αποθέματα υπομονής, άντεξαν δύο έτη σκληρής πολιορκίας, η οποία διεξήχθη με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας της εποχής. Τεράστιοι πολιορκητικοί κριοί, και πολιορκητικές μηχανές όπως η ελέπολις έβαλαν συνεχώς εναντίον των τειχών. Τελικώς ο Ευθύδημος διαβλέποντας την προδιαγεγραμμένη μοίρα του λαού του, υπεισέρχεται σε διαπραγματεύσεις οι οποίες και οδηγούν σε υποταγή της Βακτρίας και στην τυπική επισφράγιση της κυριαρχίας του Αντιόχου. Ο στρατηλάτης αναχωρεί έπειτα για Ινδία, όπου προέβη σε μια ωμή επίδειξη στρατιωτικής δυνάμεως στους ηγέτες της. Δηλώνοντας και αυτοί υποταγή, ο Αντίοχος ξεκινά για την επιστροφή, εδραιώνοντας παντού την κυριαρχία του. Ύψιστος στόχος του ήταν η ανασύσταση του βασιλείου της δυναστείας των Σελευκιδών, κατά τα πρότυπα της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Πράγματι η ανεξάντλητη ισχύς, η ακλόνητη θέλησή του και τα αξεπέραστα κατορθώματά του αγγίζουν τα αντίστοιχα του Αλεξάνδρου. Επεδίωκε τον πλήρη έλεγχο και την πάταξη κάθε ενέργειας η οποία θα αποτελούσε απειλή για την απόλυτη εξουσία του. Αυτό βεβαίως σήμαινε για τον Αντίοχο ότι έπρεπε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς με το πτολεμαϊκό βασίλειο.

Η σύγκρουση αυτή, ο Ε’ Συριακός πόλεμος (202 π.Χ -198 π.Χ) αποτελεί ένα σύνολο εκπληκτικών επιτευγμάτων του Σελευκίδη ηγεμόνα, το οποίο απέφερε στους Σελευκίδες την πολυπόθητη Κοίλη Συρία. Στη μάχη του Πανείου το 198 π.Χ, ο Αντίοχος εξολοθρεύει τις δυνάμεις πτολεμαίων υπό του Αιτωλού Σκόπα και καθίσταται αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Οι κτήσεις του επεκτείνονται από τη Λυσιμάχεια της Θράκης μέχρι την Ινδία. Αν εξαιρέσει κανείς το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο, το επίτευγμα αυτό  προσέγγισε το αλεξανδρινό θαύμα. Η χρονική αυτή στιγμή είναι καθοριστική για την παγκόσμια ιστορία καθώς οι ελληνιστικές κτήσεις εφάπτονται με τις ρωμαϊκές. Οι δύο κόσμοι έρχονται σε επαφή για πρώτη φορά υπό το βάρος τόσου τεταμένου κλίματος. Αν έπειτα είχαν ληφθεί διαφορετικές αποφάσεις και επακολουθήσει διαφορετικές εξελίξεις στους στρατιωτικούς συσχετισμούς και επιλογές, ίσως τώρα ο κόσμος να ήταν διαφορετικός. Η ρωμαϊκή ιστορία αυτή την περίοδο βρίσκεται στον απόηχο του ρωμαϊκού θριάμβου εναντίον της Καρχηδόνας. Ο Σκιπίωνας ο Αφρικανός εξανάγκασε τον Αννίβα σε μάχη στην Αφρική και στη μάχη της Ζάμας το 202 π.Χ οι Ρωμαίοι εκδικούνται νικηφόρως για τους νεκρούς τους στην ολέθρια μάχη των Καννών πριν 14 έτη και προετοιμάζονται για την παγίωση της κυριαρχίας τους στη Μεσόγειο.

Στην Ελλάδα οι εξελίξεις είναι επίσης ραγδαίες και καθοριστικές. Μετά τη μάχη στις Κυνός Κεφαλές το 197 π.Χ, οι Αιτωλοί οι οποίοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους ενάντια στους Μακεδόνες του Φιλίππου του Ε’, αποχωρούν απογοητευμένοι από τη ρωμαϊκή συμμαχία καθώς κανένα από τα αιτήματά τους δεν ικανοποιήθη και απευθύνονται στον Αντίοχο.
Ο Σελευκίδης στρατηλάτης διολίσθησε στο ατόπημα να αναμειχθεί σε περιπέτειες μοιραίες, ενώ θα μπορούσε να προτάξει την επιπόλαιη συμπεριφορά των Αιτωλών, ως ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο, στους Ρωμαίους. Τελικώς παρεσύρθη σε συμμαχία μαζί τους αντιλαμβανόμενος ότι επίκειται η σύγκρουση με τους Ρωμαίους. Προελαύνει στην Ελλάδα με σχετικώς μικρή στρατιωτική δύναμη το 192 π. Χ, ενώ οι Ρωμαίοι παρατάσσουν μια υπατική στρατιά. Στη μάχη που διεξήχθη στο χώρο των Θερμοπυλών το 191 π.Χ, οι Ρωμαίοι νικούν τις δυνάμεις του Αντιόχου. Αμέσως ο Αντίοχος υποχωρεί στην Μ. Ασία, ενώ προηγουμένως είχε ήδη διατάξει μαζική στρατολόγηση. Η μάχη που επακολούθησε στο Σίπυλο της Μαγνησίας στη Μ. Ασία ήταν μια σύγκρουση τιτάνων. Ο Αντίοχος παρατάσσει μια τεράστια στρατιωτική δύναμη 70.000 ανδρών, ενάντια στους Ρωμαίους, με άριστα εκπαιδευμένους οπλίτες, 26.000 Έλληνες φαλαγγίτες επίστρατους, θωρακισμένους ιππείς, τους περιβόητους Σελευκίδες κατάφρακτους, μονάδες ιπποτοξοτών, μισθοφόρους, Γαλάτες, δρεπανηφόρα άρματα και 54 ή 64 ινδικούς ελέφαντες.
Οι Ρωμαίοι από την άλλη πλευρά, αντιπαρατάσσουν τέσσερις λεγεώνες και τους Περγαμηνούς μαχητές. Ο στρατηγός Λούκιος Κορνήλιος Σκιπίων (ο αδελφός του Σκιπίωνα του “Αφρικανού”) ο επωνομασθείς και “Ασιατικός” ήταν επικεφαλής 56.000 ανδρών, κυρίως Ρωμαίοι και Ιταλοί σύμμαχοι και 10.000 Περγαμηνοί (ίσως και περισσότεροι) υπό του Ευμένους.

Στην αρχή της μάχης φάνηκε να εισχωρούν βιαίως οι πολεμιστές του Αντιόχου στις ρωμαϊκές παρατάξεις, όμως οι Ρωμαίοι ανασυνετάχθησαν και ανταπέδωσαν τα χτυπήματα. Ο Ευμένης ήταν άριστος σύμβουλος των Ρωμαίων καθώς τους υπεδείκνυε τους απαιτούμενους στρατιωτικούς ελιγμούς στα ασιατικά εδάφη. Άλλωστε η ομίχλη και η καταρρακτώδης βροχή δυσχέραινε σημαντικώς την ανάπτυξη του τεράστιου στρατού του Αντιόχου. Τα δρεπανηφόρα άρματα διελύθησαν καθώς τα άλογα αφήνιασαν και οι ηνίοχοι εξοντώθηκαν. Η μονοδιάστατη δράση των σαρισοφόρων προς τα εμπρός, έδωσαν την ευκαιρία στους Περγαμηνούς να καταφέρουν θανατηφόρα χτυπήματα από το πλάϊ, καθώς από εκεί η φάλαγγα ήταν ευάλωτη. Μετά την αναποτελεσματική καταδίωξη που πραγματοποίησε ο Αντίοχος στο ρωμαϊκό στρατόπεδο, είδε το στρατό του να διαλύεται και οι εναπομείναντες μαχητές να προσπαθούν να υπερασπίζονται μάταια το σελευκιδικό στρατόπεδο. Στην κρίσιμη στιγμή η στρατιά του Σελευκίδη ηγεμόνα χάνει την ενότητά της, η οποία απώλεια γίνεται άμεσα αντιληπτή από τις ρωμαϊκές λεγεώνες, οι οποίες εφορμούν μαζικώς. Επακολούθησε σφαγή ανελέητη. Για τον Σελευκίδη στρατηλάτη η έκβαση της μάχης απέβη ολέθρια. Η μάχη της Μαγνησίας αποτέλεσε την αρχή της παρακμής της ελληνιστικής δυναστείας και του συριακού βασιλείου, ενώ το 64 π.Χ ο Γναίος Πομπηϊος μετέτρεψε το βασίλειο των Σελευκιδών σε ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα “Syria”.
Το 188 π.Χ υπεγράφη η συνθήκη της Απάμειας η οποία και έθεσε τέλος στους Αντιοχικούς πολέμους ενάντια στη Ρώμη. Παρ’ όλα αυτά ο Αντίοχος επιδεικνύοντας εκ νέου αστείρευτη ενεργητικότητα, προέβη σε νέες εκστρατείες προς ανακατάληψη των ανατολικών σατραπειών, όπου οι Πάρθοι επαναστάτησαν ξανά. Σε εκστρατεία στη Μηδία το 187 π. Χ βρήκε το θάνατο. Αυτός υπήρξε ο Αντίοχος Γ’ ο Μέγας. Ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες και στρατηλάτες των ελληνιστικών χρόνων, τα ανδραγαθήματα του οποίου θα αντηχούν στους αιώνες των αιώνων.